δίαντα

δίαντα, Adv.
A right through, τετρήατο prob. in Emp.84.9.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δίαντα — right through indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαντά — διαντός capable of being wetted neut nom/voc/acc pl διαντά̱ , διαντός capable of being wetted fem nom/voc/acc dual διαντά̱ , διαντός capable of being wetted fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άντα — Ο μεγαλύτερος παραπόταμος (313 χλμ.) του Πάδου και τέταρτος σε μήκος ποταμός της Ιταλίας. Πηγάζει από τις Ρετικές Άλπεις σε ύψος 2.290 μ. και ο άνω ρους του διαρρέει την κοιλάδα Βαλτελίνα που σχημάτισαν οι διαβρώσεις των παγετώνων. Εκβάλλει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.